Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Από το κακό στο χειρότερο…. (Κώστας Γκούμας - Τάσος Μπαρμπούτης)*

 

Το πέρασμα στον καινούριο χρόνο, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις αγροτών και κτηνοτρόφων και οι πρωτοφανείς γεωπολιτικές αναταραχές και εξελίξεις «απέσυραν» προσωρινά από το κέντρο ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης το οικολογικό - υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας και τις (υποτιθέμενες) προσπάθειες της κυβέρνησης να δρομολογήσει παρεμβάσεις και έργα στην περιοχή.

Όμως ο χρόνος τρέχει, τα προβλήματα παραμένουν και οξύνονται, η ασφάλειά μας απειλείται και οι αβεβαιότητες πληθαίνουν.

Ήδη σε πρόσφατο απολογισμό περιγράψαμε την απαράδεκτη στασιμότητα στα μεγάλα αυτά ζητήματα.

Τις ημέρες αυτές φαίνεται να επιβεβαιώνεται και άλλη μία αρνητική εξέλιξη στο σήριαλ της ακινησίας και της κυβερνητικής αδιαφορίας για τη Θεσσαλία.

Σύμφωνα με ανεπίσημες πληροφορίες μας από την κεντρική διοίκηση,  οι μεγάλης σημασίας τεχνικές μελέτες που είχαν ανατεθεί από την κυβέρνηση στην Oλλανδική εταιρία HVA για το φράγμα Μουζακίου, το φράγμα Πύλης καθώς και για την διώρυγα που θα μεταφέρει με βαρύτητα νερό από τον Πηνειό (στο ύψος της Γυρτώνης) για την τροφοδοσία της Κάρλας, όχι απλώς δεν ολοκληρώθηκαν στο χρονοδιάγραμμα που προβλεπόταν (στα πλαίσια συγκεκριμένης σύμβασης), αλλά ήδη έχουν εγκαταλειφθεί.

Η αλήθεια είναι πως πρώτος ο Περιφερειάρχης Δ. Κουρέτας, σε δηλώσεις του στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 (2/12/25), είχε εκφράσει την ανησυχία του σχετικά με την πορεία των κρίσιμων αυτών μελετών και αναρωτήθηκε που πήγαν τα χρήματα της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών για την Θεσσαλία. Επίσης σε δημόσια παρέμβασή του (fb, 6/12/2025) δήλωσε με έμφαση πώς «Θέλουμε να ξέρουμε τι έχει συμβεί….ας μας πουν που είναι τα χρήματα, ας προκηρύξουν έργα που θα αφορούν την Θεσσαλία», συμπληρώνοντας πως «…σύντομα, με ένα μέτωπο κοινό, θα ζητήσουμε τις επόμενες ημέρες συνάντηση με τον Πρωθυπουργό γιατί θέλουμε απαντήσεις».

Και όπως αναφέραμε, δυστυχώς οι ανησυχίες αυτές του Περιφερειάρχη επιβεβαιώθηκαν πλήρως.

Ας δούμε όμως τι μας έλεγε ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σχετικά με την ανάθεση των μελετών για τα έργα αυτά, σε ομιλία του σε εκδήλωση με θέμα «Στρατηγικό Σχέδιο για την Ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας - Φράγματα, Υποδομές και Έργα Υδρονομίας», στις 2 Σεπτεμβρίου του 2024 στη Νίκαια Λάρισας.

Καλλιεργώντας ψεύτικες προσδοκίες στους κατοίκους της τραυματισμένης από τις πλημμύρες και την λειψυδρία Θεσσαλίας, ανέφερε πως επιδίωξή του είναι «…να θωρακίσουμε τη Θεσσαλία ώστε να μην αντιμετωπίσει ποτέ προβλήματα ως προς την διαθεσιμότητα νερού που να μην της επιτρέψουν να ξεδιπλώσει όλο το δυναμικό ως η καρδιά του πρωτογενούς τομέα της χώρας».

Και τα μεγάλα αυτά λόγια συνοδεύτηκαν από την δέσμευση πως «Ήλθε η ώρα να το δούμε πολύ σοβαρά…. Πάμε στα μεγάλα έργα, μεγάλη προίκα για τη Θεσσαλία».

Όσον αφορά στα συγκεκριμένα έργα που προαναφέραμε και πλέον έχουν εγκαταλειφθεί, είχε υποσχεθεί πως «θα μελετηθούν με πόρους της Ένωσης Τραπεζών, με εξασφαλισμένη δαπάνη και ταχύτητα ταυτοχρόνως, έτσι ώστε να μπορούμε μέσα σε ένα χρόνο να έχουν μελετητική ωριμότητα, έργα που για πολλά χρόνια παρέμεναν στο φαντασιακό μας….».

Και για να τονίσει το μεγάλο και ειλικρινές ενδιαφέρον του για την πονεμένη Θεσσαλία έκλεισε με την διαβεβαίωση πως «Θα είμαστε διαρκώς εδώ» !

Για όλους εμάς όμως το ζητούμενο δεν είναι αν θα είναι «εδώ» ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Ζητούμενο είναι να εφαρμόσουν με προγραμματισμό, με σοβαρότητα και με συνέπεια τους σχεδιασμούς που οι ίδιοι θεσμοθέτησαν από το 2024 (Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων -ΣΔΛΑΠ και Σχέδιο Διαχείρισης Κινδύνου Πλημμύρας -ΣΔΚΠ).

Για παράδειγμα, θα αντιμετωπίζαμε θετικά την προώθηση των  ημιτελών έργων μεταφοράς νερού από τον Αχελώο, θέμα που όπως  πληροφορούμαστε τέθηκε και από τους αγρότες κατά την πρόσφατη συνάντησή τους με τον πρωθυπουργό και για το οποίο  «εισέπραξαν» ως απάντηση γενικόλογες υποσχέσεις.

Επίσης θα είμασταν ικανοποιημένοι εάν τα πολυσυζητημένα υπερπολύτιμα έργα ορεινής υδρονομίας που ο πρωθυπουργός από τότε έλεγε πως «ήλθε η ώρα να τα υλοποιήσουμε» και που διαθέτουν εδώ και πάνω από δύο  χρόνια εξασφαλισμένη χρηματοδότηση (πάνω από 200 εκατ. ευρώ), να είχε έστω αρχίσει η κατασκευή τους.

Το ίδιο θα λέγαμε και για τα «δρομολογημένα» με ΣΔΙΤ έργα Ενιπέα (φράγμα) και για τα δύο μεγάλα αρδευτικά δίκτυα στις περιοχές Καρδίτσας και Φαρσάλων, τα οποία πανηγυρικά εξαγγέλθηκαν από τους υπουργούς, βαδίζουν όμως με ρυθμούς χελώνας.

Ειδικά για τον Ενιπέα ζούμε τον παραλογισμό εδώ και χρόνια να έχουν δηλώσει την συμμετοχή τους στον διαγωνισμό οι ενδιαφερόμενες κατασκευαστικές εταιρίες, να μην μπορούν όμως να υποβάλλουν προσφορές και να αξιολογηθούν, καθώς οι τεχνικές μελέτες και ο προσδιορισμός του τεχνικού αντικειμένου του έργου δεν έχουν ολοκληρωθεί και φυσικά πολύ απέχουμε από την περιβαλλοντική του αδειοδότηση.

Με λίγα λόγια, μπροστά στο γενικό «μπάχαλο» που βιώνουμε, αντί οι υπουργοί να περιφέρονται άσκοπα στην περιοχή μας, να προβαίνουν συνεχώς σε δηλώσεις, να δίνουν υποσχέσεις που δεν τηρούνται και η Θεσσαλία να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, ζητάμε από την κυβέρνηση απλά να κάνει τη δουλειά της.

Ειδικά όμως για την πρόσφατη εξέλιξη σχετικά με τις μελέτες των έργων σε Μουζάκι, Πύλη και Κάρλα μας προβληματίζει και η στάση των τοπικών παραγόντων.

Κανείς από τους θεσσαλούς βουλευτές της συμπολίτευσης δεν βρήκε το θάρρος να πιέσει την κυβέρνηση ή έστω να προβεί στον έλεγχο για τις καθυστερήσεις σε αυτές τις μελέτες και αυτά τα έργα, τα οποία εξάλλου αφορούν το σύνολο των περιοχών της Θεσσαλίας.

Κανείς δεν απαίτησε εξηγήσεις για το πρόσφατο φιάσκο για το οποίο δεν υπήρξε ούτε καν μία σχετική ανακοίνωση.

Ακόμη και ο γνωστός για τις φιλοκυβερνητικές του θέσεις δημοσιογράφος Α. Πορτοσάλτε από το ραδιόφωνο ΣΚΑΪ (από 1h & 19ο λεπτό) πριν λίγες ημέρες (22/1/26), με σαφώς κριτική διάθεση, αναρωτήθηκε γιατί «δεν προχώρησαν οι μελέτες…(και)…γιατί σκόνταψε το Μαξίμου ;».

Αλλά και από την Αυτοδιοίκηση, εάν εξαιρέσουμε τον Δ. Κουρέτα, κανείς από τους δημάρχους δεν τόλμησε να απαιτήσει ενημέρωση και εξηγήσεις από την κυβέρνηση για την αναποτελεσματικότητα και την αδιαφορία της.

Ούτε φυσικά ο συλλογικός τους φορέας, η ΠΕΔ, που θα έπρεπε να παρακολουθεί συστηματικά τα ζητήματα αυτά (όπως συνέβαινε παλαιότερα) και να μην περιορίζεται σε ευχολόγια και  παραινέσεις. Ελπίζουμε σε κάποια από τις σημαντικές συνεδριάσεις που κατά καιρούς διοργανώνονται είτε στην Σκιάθο είτε σε άλλους όμορφους προορισμούς της Θεσσαλίας, τα στελέχη της ΠΕΔ να ασκήσουν την αναγκαία πολιτική πίεση και να ασχοληθούν με την επιβεβλημένη οργάνωση του αγώνα των θεσσαλών απέναντι στην αβελτηρία της κυβέρνησης και την προκλητική εγκατάλειψη των υποσχέσεών της.

Τέλος δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε πως μας ανησυχεί ιδιαίτερα η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης που στην Θεσσαλία δεν έχουν παρουσιάσει ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τα μεγάλα θέματα και κυρίως εκείνα των οικολογικών απειλών, της ασφάλειας, της διατήρησης και προστασίας της παραγωγικής μας  βάσης, της επισιτιστικής επάρκειας κλπ.

Καλές οι συζητήσεις για την δικαιοσύνη και τις αμβλώσεις, καλή η μαχητικότητα στις επιτροπές της Βουλής για τους φραπέδες, καλή η «στροφή» ορισμένων σε «Ιθάκες» και άλλα πολιτικά ρεύματα.

Καμία όμως δέσμευση δεν βλέπουμε να αναλαμβάνεται, καμία ελπίδα δεν προσφέρουν πως είναι πραγματικά έτοιμοι αλλά και πρόθυμοι να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις μιας κυβέρνησης.

Και ας θυμούνται πως το ζήτημα γενικά για το λαό μας και ειδικά για τη Θεσσαλία δεν είναι «να φύγει ο Μητσοτάκης» και να αρχίσουμε από την αρχή για «νέα» οράματα, σχεδιασμούς, διαβουλεύσεις και ατέρμονες συζητήσεις.

Η Θεσσαλία δεν αντέχει να βιώσει και πάλι την αδιαφορία και τα «παπατζηλίκια» του παρελθόντος.

Το αντίθετο, χρειάζεται ΑΜΕΣΑ την εφαρμογή εκείνων που οι επιστήμονες τεκμηριωμένα προτείνουν και όσων με την συλλογική προσπάθεια τόσων ετών καταφέραμε ολιστικά να συμπεριληφθούν στα δύο Σχέδια που προαναφέραμε.

Την εφαρμογή αυτών των Σχεδίων απαιτούμε. Και επ’ αυτού, ότι έχουν να μας πούνε και τι ακριβώς προτίθενται να πράξουν, δικαιούμαστε να το ακούσουμε ΤΩΡΑ.

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ


Συντονισμένη δράση ως απάντηση στην στασιμότητα για τα νερά και το περιβάλλον της Θεσσαλίας - (Κώστας Γκούμας - Τάσος Μπαρμπούτης)*

 




Όσο βαδίζουμε προς την κρίσιμη καλοκαιρινή περίοδο πυκνώνουν οι πρωτοβουλίες (πιο πρόσφατες [1], [2]) που αναδεικνύουν τα ιδιαίτερα οξυμένα προβλήματα στον αγροτικό τομέα (και γενικότερα στην οικονομία της περιοχής) σχετικά με τα νερά και κυρίως τις σοβαρές απειλές  από την λειψυδρία και τις έντονες πλημμύρες.

Στην σημερινή μας παρέμβαση θα σταθούμε στα θέματα αυτά, με αφορμή ημερίδα (με ιδιαίτερα μαζική συμμετοχή) που διοργανώθηκε από την ΕΠΘ του ΚΚΕ [3].

Στην εκδήλωση αυτή οι ομιλητές κινήθηκαν σε συγκεκριμένο πολιτικοϊδεολογικό πλαίσιο (πχ. «Νερό : εμπόρευμα ή κοινωνικό αγαθό») αναδεικνύοντας την αντίθεσή τους σε  «πολιτικές της ΕΕ και των κυβερνήσεων στη χώρα μας» (ιδιωτικοποίηση νερού, λογική «κόστους-οφέλους» στην παραγωγή έργων κλπ.). Στη βάση αυτή παρουσιάστηκαν οι διαπιστώσεις τους για την σημερινή κατάσταση στην Θεσσαλία καθώς και οι θέσεις τους για το «δέον γενέσθαι» στις παρούσες συνθήκες.

Θα σταθούμε επιλεκτικά (και όσο ο χώρος επιτρέπει) σε κάποιες από τις θέσεις που κατατέθηκαν στην ημερίδα του ΚΚΕ.

1. Βασικός στόχος τέθηκε η διατήρηση της παραγωγικής δυνατότητας στον πρωτογενή τομέα και η παραμονή  των αγροτών-κτηνοτρόφων στον τόπο τους, όπως αυτό συμπυκνώνεται στο μήνυμα «συνεχίζουμε την καλλιέργεια, επιβιώνουμε και μένουμε στη γη μας». Προϋπόθεση επίτευξης του στόχου  θεωρείται (μεταξύ άλλων) η απόκρουση αβάσιμων αντιλήψεων οι οποίες επιδιώκουν σταθερά τον περιορισμό των αρδευόμενων εκτάσεων στον θεσσαλικό κάμπο και ουσιαστικά την εγκατάλειψη καλλιεργειών στο όνομα της «εξοικονόμησης νερού», της προστασίας του περιβάλλοντος κοκ [4].

Στο ζήτημα αυτό, όπως επεσήμαναν οι ομιλητές, το «άλλοθι» για τους φορείς αυτών των αντιλήψεων είναι η  «κλιματική κρίση» και η συνακόλουθη επιχειρηματολογία, που όμως παραγνωρίζει τις επισιτιστικές ανάγκες, τα επιβαρυμένα εμπορικά ισοζύγια από τις εισαγωγές τροφίμων, την ανάγκη επιβίωσης του αγροτικού πληθυσμού και της τοπικής οικονομίας κοκ.

2. Αναφέρθηκε πως «….στην περιοχή της Θεσσαλίας  έχουμε όλες τις εδαφικές, κλιματικές, τεχνικές και επιστημονικές προϋποθέσεις, κυρίως το έμψυχο δυναμικό, για να παράγουμε σχεδόν όλα τα απαραίτητα για την κάλυψη των διατροφικών και άλλων αναγκών». Επίσης τονίστηκε πως οι λύσεις και ο προσδιορισμός των αναγκαίων έργων «… έχουν απαντηθεί και αναλυθεί πριν από δεκαετίες σε επιστημονικό επίπεδο, ενώ διαχρονικά αποτελούν και αντικείμενο διεκδίκησης των μαζικών φορέων του λαϊκού κινήματος» [5].

Μεταξύ άλλων προτείνουν τον «…εκσυγχρονισμό των αρδευτικών - υδρευτικών δικτύων και κατασκευή νέων σύγχρονων για να μειωθεί η απώλεια νερού». Επισημαίνουν επίσης πως «…καθυστερούν μια σειρά από αναγκαία έργα υποδομής για τη συγκέντρωση, τη διοχέτευση και τη σωστή κατανομή του νερού», κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στους ταμιευτήρες  «στο Μουζάκι, στην Πύλη, στην Ελασσόνα (Αγιονέρι κα), στο φράγμα της Συκιάς, στην  σήραγγα μεταφοράς του Αχελώου, στον Ενιπέα Φαρσάλων κλπ.». Τα έργα αυτά θεωρούν πως είναι «…πολλαπλά χρήσιμα τόσο για την άρδευση, τον περιορισμό του υδάτινου ελλείμματος της λεκάνης απορροής του Πηνειού, την ενεργειακή αξιοποίησή τους, αλλά και την αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής».  

3. Ιδιαίτερη αναφορά υπήρξε στον «φόβο και την ανασφάλεια» που προκαλεί η σημερινή κατάσταση στους  κατοίκους και στους παραγωγούς στην περιοχή μας, στο  υψηλό κόστος παραγωγής καθώς και στην «συρρίκνωση της παραγωγής σε ολόκληρους κλάδους», και πως με αυτές τις πολιτικές  «…η χώρα από πλεονασματική έγινε ελλειμματική σε μια σειρά από προϊόντα…».

Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως όλα τα παραπάνω που ενδεικτικά παρουσιάσαμε  βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη την μεγάλη πλειοψηφία των θεσσαλών. Επιπλέον σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται με τους στόχους της Επιτροπής Διεκδίκησης-ΕΔΥΘΕ (μέσα από την οποία δραστηριοποιούνται και οι υπογράφοντες), αλλά και πολλών οργανώσεων και φορέων, με κάποιες μόνο θλιβερές εξαιρέσεις.

Έχοντας σαν σημείο αναφοράς το πρώτο Σχέδιο Υδάτων που εγκρίθηκε για τη Θεσσαλία (Σεπτέμβριος 2014) υπενθυμίζουμε πως λίγο πολύ προέβλεπε τα ίδια έργα και δράσεις που περιέχονται στην αναθεώρησή του το 2024. Και προκαλεί απογοήτευση το  πόσο λίγα έγιναν αυτά τα έντεκα τελευταία χρόνια από τις κυβερνήσεις, ενώ παράλληλα  σε ορισμένους τομείς (πχ. οικολογική κατάσταση ποταμών και - κυρίως - υπόγειων υδροφορέων)  βρισκόμαστε σε ακόμη χειρότερη κατάσταση από το 2014 [6].

Υπενθυμίζουμε πώς η εφαρμογή του πρώτου εγκεκριμένου Σχεδίου (ΣΔΛΑΠ) συνέπεσε ουσιαστικά με την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ (πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας), που κινούμενη στο γνωστό μοτίβο «κατά της εκτροπής Αχελώου» εξαίρεσε από το ΣΔΛΑΠ/2017  την ενίσχυση υδατικών αποθεμάτων από τα ημιτελή έργα ταμιευτήρα Συκιάς και σήραγγας μεταφοράς υδάτων.

Ομοίως εξαίρεσε τα έργα αυτά και από τον ενεργειακό σχεδιασμό (ΕΣΕΚ/2018), παρά τις κάλπικες υποσχέσεις Τσίπρα και Φάμελλου [7] ότι θα «εξεταστεί» η ενεργειακή (υδροηλεκτρική) αξιοποίησή τους. Και αφού ακύρωσαν τα έργα Αχελώου από οποιαδήποτε πιθανή χρήση τους και αφού τα έθεσαν ακόμη και εκτός χωροταξικού σχεδιασμού (!!), αντί να προχωρήσουν (ως όφειλαν) στην κατεδάφιση του «ακυρωμένου» και πλέον «άχρηστου» τ. Συκιάς, επέλεξαν (υπουργός Χρ. Σπίρτζης) να εντάξουν στον προϋπολογισμό της χώρας την χρηματοδότηση  της …..συντήρησης (!!!) των ακυρωθέντων έργων (με εργολαβία την οποία στη συνέχεια  δρομολόγησε η επόμενη κυβέρνηση).

Παρά την ….φαραωνικού μεγέθους αντίφαση (εκ πρώτης όψεως), το σκεπτικό τους ήταν  απλό : «Όχι» στα έργα Αχελώου προς ικανοποίηση των  στελεχών τους (που επί χρόνια τα πολεμούσαν), των ενεργειακών συμφερόντων εναντίον των υδροηλεκτρικών (πχ. τα γνωστά «λόμπυ» αιολικών και  φωτοβολταϊκών), των «οικολόγων», των ΜΚΟ των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, των τοπικιστών στην Αιτωλοακαρνανία κοκ. «Όχι» όμως και στην κατεδάφιση, ώστε να μην προκαλέσουν αντιδράσεις στη Θεσσαλία, χωρίς βεβαίως να τους απασχολεί η συνεχιζόμενη επί χρόνια οικολογική καταστροφή στον μπαζωμένο ποταμό και στα υπόγεια οικοσυστήματα της Θεσσαλίας. Με απλά λόγια, μικροπολιτικοί υπολογισμοί, οικολογική και πολιτική ανευθυνότητα, μέσα όμως σε «πράσινο»  περιτύλιγμα….

Στη συνέχεια περάσαμε στην κυβέρνηση Κυρ. Μητσοτάκη. Η πρώτη τετραετία χάθηκε χωρίς να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος ούτε στην εφαρμογή του ΣΔΛΑΠ, ούτε στην υλοποίηση σημαντικών  αντιπλημμυρικών  έργων (παρά τις ισχυρές πλημμύρες που βιώσαμε στην περιοχή). Σε ότι αφορά στα έργα Αχελώου η τακτική τους ήταν πανομοιότυπη με εκείνη της κυβέρνησης Τσίπρα, με μόνη διαφορά πως η αφετηρία τους, στα χαρτιά τουλάχιστον, ήταν πλέον «υπέρ» (και όχι κατά) των έργων Αχελώου. Κατά τα λοιπά καμία ουσιαστική ενέργεια διάθεσης των απαραίτητων κονδυλίων και επανεκκίνησης  των έργων, ακριβώς για να μην διαταραχθούν και οι «δικές» τους αντίστοιχες  ισορροπίες. Ταυτόχρονα, τα κόμματα που προέκυψαν από την διάσπαση του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση πλέον, συνεχίζουν και αυτά την τακτική της σιωπής [8], βοηθώντας συνειδητά την κυβέρνηση (από κοινού με τους «σιωπηλούς» και πρώην λαλίστατους βουλευτές της ΝΔ) να παραπέμπει στο απώτερο μέλλον τις όποιες εξελίξεις στο κρίσιμο αυτό θέμα, χωρίς φυσικά να επωμίζεται σημαντικό πολιτικό κόστος.

Όλα τα παραπάνω, όπως είναι φυσικό, επαναφέρουν την συζήτηση για την αναγκαία κοινή δράση και πίεση των θεσσαλικών οργανώσεων στις κυβερνήσεις, με στόχο την υλοποίηση έργων και μέτρων που θα οδηγήσουν σε διέξοδο από την κακή κατάσταση στον τομέα των υδάτων.

Στην ημερίδα του ΚΚΕ επιβεβαιώθηκε πως τηρούν αποστάσεις από τις κοινές  προσπάθειες που εκδηλώθηκαν έως σήμερα (πχ. Περιφέρεια, Επιμελητήρια, ΕΔΥΘΕ κα), ακολουθώντας  στα θέματα αυτά μια αυτόνομη πορεία, στη λογική να εντάξουν τις τακτικές τους επιδιώξεις στους ιδεολογικοπολιτικούς στόχους που προαναφέραμε.

Από την πλευρά μας θεωρούμε επιβεβλημένη την κοινή δράση μέσα από ένα συμφωνημένο ελάχιστο πλαίσιο διεκδικήσεων για την υλοποίηση όσων περιέχονται στα εγκεκριμένα Σχέδια Υδάτων.

Και αυτό στις παρούσες δύσκολες  συνθήκες καθίσταται αναγκαίο, ειδικά την περίοδο αυτή που η κυβέρνηση συντηρεί την στασιμότητα, ενώ ταυτόχρονα η προοπτική βιώσιμης ανάπτυξης στην Θεσσαλία δέχεται συντονισμένες επιθέσεις (πχ. προσφυγή στο ΣτΕ), είτε από ΜΜΕ μεγάλης εμβέλειας, είτε από «οικολόγους», είτε από κόμματα που συνειδητά σιγοντάρουν την κυβερνητική απραξία.

Θέλουμε να ελπίζουμε  πως τελικά θα βρεθεί τρόπος ώστε η συλλογική δράση να  εκδηλωθεί από όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις της περιοχής μας, χωρίς άλλες «απώλειες».

Στην κατεύθυνση αυτή δεσμευόμαστε να εργαστούμε στο άμεσο μέλλον.

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

--------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Περιφέρεια Θεσσαλίας, Λάρισα, 24 Μαρτίου, πλατιά σύσκεψη πολιτικών παραγόντων, αυτοδιοίκησης και αγροτικών οργανώσεων, δες τον παρακάτω σχετικό σύνδεσμο :

https://www.thessaly.gov.gr/enimerosi/deltiotypou/46827

[2] ΤΕΕ Μαγνησίας, επιστημονική διημερίδα στο Βόλο, 28-29 Μαρτίου, δες τον παρακάτω σχετικό σύνδεσμο :

https://drive.google.com/drive/u/0/folders/1xX3YZCKgtGw0kgCIPST2-VudJO_BuAV- 

[3] Λάρισα, 6 Απριλίου (δες  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 7/4/25)

[4] Είναι χαρακτηριστικό πως στην πρόσφατη προσφυγή στο ΣτΕ εναντίον των Σχεδίων Υδάτων Θεσσαλίας, οι περισσότερες αιτιάσεις αναφέρονται στην μείωση των αρδευόμενων εκτάσεων και παράλληλα στην ακύρωση της ενίσχυσης του υδατικού δυναμικού μέσω της μεταφοράς από τον Άνω Αχελώο.

[5] Οι επεξεργασμένες αυτές επιστημονικές προτάσεις συμπεριλαμβάνονται στο εγκεκριμένο Σχέδιο Υδάτων (καλοκαίρι 2024).

[6] Τα στοιχεία των εγκεκριμένων Σχεδίων καταδεικνύουν πως στο ΥΔ Θεσσαλίας καταγράφεται ως «κακή» η  κατάσταση σε σημαντικό αριθμό υδάτινων οικοσυστημάτων, ενώ παραμένει ως κύριο χαρακτηριστικό το μονίμως ελλειμματικό ετήσιο υδατικό ισοζύγιο. Το εντυπωσιακό όμως είναι πως οι ίδιες μελέτες τεκμηριώνουν επιστημονικά και αναμφισβήτητα ότι το ΣΥΣΣΩΡΕΥΜΕΝΟ επί δεκαετίες υδατικό ΕΛΛΕΙΜΜΑ μόνιμων αποθεμάτων στους υπόγειους υδροφορείς υπερβαίνει την εκπληκτική ποσότητα των  3 δισεκατομμυρίων κ. μ. νερού !

Η κατάσταση αυτή απειλεί με κατάρρευση πολλά υπόγεια οικοσυστήματα, ενώ χωρίς πρόσθετα υδατικά αποθέματα περιορίζει  ασφυκτικά τις όποιες πιθανότητες επανόδου σε συνθήκες βιωσιμότητάς.

[7] Συνέντευξη Σ. Φάμελλου, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 11/10/2017 : Απαντώντας σε ερώτημα του δημοσιογράφου Σωτήρη Ζαχαριά « τι θα απογίνουν τα ημιτελή έργα ; » απάντησε πώς «…πρέπει να διερευνηθούν οι δυνατότητες υδροηλεκτρικής παραγωγής…». Ο ίδιος όμως, από κοινού με τον Γ. Σταθάκη, κατά την παρουσίαση του ΕΣΕΚ μερικούς μήνες αργότερα, δήλωσε πως η Συκιά «δεν προβλέπεται» στον ενεργειακό σχεδιασμό! Και όλα αυτά ερήμην της Θεσσαλίας της οποίας οι φορείς απλώς ενημερώθηκαν από το site του Υπουργείου και τις εφημερίδες….

[8] Ας σημειωθεί πάντως πως  πολλά και επώνυμα τοπικά στελέχη των κομμάτων του πρώην ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ  ασφυκτιούν από την πολιτική της «σιωπής» που επιβάλλεται από τα κεντρικά τους επιτελεία. Ζητούν και αυτοί την εφαρμογή των εγκεκριμένων Σχεδίων καθώς και μια καθαρή θέση επί του μοναδικού επίδικου θέματος που έως σήμερα παραμένει αναπάντητο, δηλαδή τι προτείνουν τα κόμματά τους για τα εγκαταλειμμένα έργα : ολοκλήρωση και λειτουργία ή κατεδάφιση και αποκατάσταση του «μπαζωμένου» ποταμού. Δυστυχώς όμως, και τα τοπικά στελέχη, δεν έχουν επιδείξει έως σήμερα το απαραίτητο πολιτικό θάρρος να επιβάλλουν στον τόπο τους αυτά που απαιτούν οι περιστάσεις και δημόσια να διεκδικήσουν (από κοινού με άλλους φορείς) την υπέρβαση της απραξίας και της στασιμότητας.

Eνημερωθείτε για τα νέα του blog

Σοβαρό πολιτικό ζήτημα αποτελεί ο «νομικός πόλεμος» Αιτωλοακαρνανίας και «οικολόγων» κατά της Θεσσαλίας - (Κώστας Γκούμας - Τάσος Μπαρμπούτης)*

 


Η σημερινή μας παρέμβαση θα έπρεπε λογικά να αναφέρεται στην  Παγκόσμια Ημέρα Νερού (στην οποία είναι αφιερωμένη η 22α Μαρτίου) και τα ισχυρά μηνύματα που εκπέμπονται από αυτήν σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Και αυτά όλα να τα συνδέσει με τις όποιες προσπάθειες καταβάλλονται στην δική μας χώρα για την βιώσιμη διαχείριση και προστασία του πολύτιμου αυτού φυσικού πόρου.

Να όμως που δυσάρεστες εξελίξεις, σε συνδυασμό με τις ορατές απειλές από την αναμενόμενη έντονη φετινή λειψυδρία, μας υποχρεώνουν να στραφούμε στα τρέχοντα σημαντικά ζητήματα.


Α. Προσφυγή στο ΣτΕ κατά του Σχεδίου Υδάτων


Η προσφυγή υποβλήθηκε από  αυτοδιοικητικούς φορείς [1] και Επιμελητήρια της Αιτωλοακαρνανίας, σε συνεργασία με γνωστές «οικολογικές» (υποτίθεται) οργανώσεις.

Κεντρικός τους στόχος είναι να ακυρωθεί το ισχύον Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων (ΣΔΛΑΠ Θεσσαλίας) της σημερινής κυβέρνησης, στο οποίο, ως γνωστόν, περιλαμβάνονται πλέον και τα εγκαταλειμμένα έργα μεταφοράς νερού από την λεκάνη Αχελώου (250 hm3 νερού ετησίως, περίπου το 5% της συνολικής ετήσιας παροχής του ποταμού), μέσω του ημιτελούς φράγματος  Συκιάς και της (ήδη διανοιγμένης) σήραγγας μεταφοράς προς Μουζάκι. Ουσιαστικά με την προσφυγή τους επιζητούν να μην ολοκληρωθούν τα έργα αυτά και κατ’ επέκταση να μην αξιοποιηθούν  αποθέματά τους, ούτε για την ενίσχυση του υδατικού δυναμικού της λεκάνης Πηνειού, ούτε για την παραγωγή ΥΗ ενέργειας.

Και επειδή κάποιοι δικαίως θα αναρωτηθούν σε τι άραγε βλάπτει κάτι τέτοιο την Αιτωλοακαρνανία, διευκρινίζουμε πως ο πραγματικός  σκοπός παρόμοιων προσφυγών, όπως δημόσια διακηρύσσουν, είναι να επιτύχουν «αντισταθμιστικά οφέλη»  μέσω του «νομικού πολέμου» που εξαπολύουν [2], έστω και εάν  ελάχιστα το επισημαίνουν αυτό τα ΜΜΕ.

Από την ανάγνωση και μόνο των αιτιάσεων της προσφυγής προκύπτει ότι τις οργανώσεις αυτές αφήνει παντελώς αδιάφορες  το γεγονός πως τα νερά που θα μεταφερθούν από τον Άνω  Αχελώο θα απαλλάξουν τους εξαντλημένους υπόγειους υδροφορείς της θεσσαλικής λεκάνης από τις καταστροφικές υπεραντλήσεις υπόγειων υδάτων.

Ουδόλως επίσης νοιάζονται που χωρίς την μεταφορά θεωρείται βέβαιο πως θα επέλθει σημαντική μείωση των αρδευόμενων παραγωγικών εκτάσεων, κάτι που θα αποτελέσει ισχυρό πλήγμα στις προοπτικές μιας βιώσιμης, αποδοτικής και υψηλού εισοδήματος Γεωργίας στην Θεσσαλία.

Και φυσικά, παρά τις υποκριτικές τους διακηρύξεις για οικολογική ισορροπία και προστασία του περιβάλλοντος, ελάχιστα τους απασχολούν οι συνεχιζόμενες καταστροφικές επιπτώσεις στον «μπαζωμένο» Αχελώο στην περιοχή των έργων, οι απειλές ξηρασίας και ερημοποίησης των εδαφών στην περιοχή μας, και τέλος  το γεγονός πως μόνο με την αξιοποίηση της κρίσιμης αυτής ποσότητας υδάτων από την λ. Αχελώου προσφέρεται δυνατότητα εξισορρόπησης του ελλειμματικού ισοζυγίου στο ΥΔ Θεσσαλίας.

Γι’ αυτούς πόλεμος για αντισταθμιστικά και ….. «γαία πυρί μειχθήτω»!

Ας σημειωθεί επίσης πως αποτελεί μνημειώδη ανευθυνότητα κάποιοι να κάνουν πως δεν γνωρίζουν ότι τα έργα αυτά, όχι μόνο προχώρησαν, αλλά βρίσκονται πλέον σε ποσοστά εκτέλεσης φυσικού αντικειμένου 65% στο φράγμα Συκιάς και 85% στην σήραγγα μεταφοράς προς Μουζάκι, κάτι που πρακτικά αποκλείει  άλλη εναλλακτική λύση εκτός από την ολοκλήρωση και λειτουργία τους.

Β. Η πολιτική διάσταση, η στάση της κυβέρνησης και των κομμάτων

Δυστυχώς παρόμοιες πρακτικές «νομικού πολέμου», με την ανοχή των κυβερνήσεων, που επανειλημμένα έχουν χρησιμοποιήσει στην υπόθεση Αχελώου, αρκετές φορές αποδείχθηκαν αποτελεσματικές και γι’ αυτό συνεχίζουν να τις χρησιμοποιούν.

Παράλληλα όμως με αυτές, δοκιμάζεται και η πραγματική πολιτική βούληση των κυβερνήσεων που φέρουν την ευθύνη  εκπόνησης, έγκρισης και εφαρμογής των Σχεδίων, τα οποία τώρα καλούνται εκ των πραγμάτων να υπερασπιστούν.

Άσχετα πάντως εάν και κατά πόσο θα τα υπερασπιστούν στην πράξη, στην ουσία πρόκειται για πολιτικό ζήτημα που υπερβαίνει μια συνηθισμένη δικαστική διαμάχη και κακώς κάποιοι το προσπερνούν αδιάφορα με τόση ευκολία.

Εκτός όμως από τα παραπάνω, ανακύπτουν ερωτήματα και για τις δημοκρατικές διαδικασίες με τις οποίες λαμβάνονται μείζονος σημασίας αποφάσεις που αφορούν (και) στην εφαρμογή Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Το δίδαγμα από αυτή την προσφυγή  είναι πως όταν κανείς δεν καταφέρνει να «περάσουν» οι απόψεις του με τις προβλεπόμενες από την Οδηγία διαδικασίες (διαβούλευση επί πολλούς μήνες, γνωμοδοτήσεις  Περιφερειών και Δήμων, απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου), τότε τις παρακάμπτει και προσπαθεί, είτε να ακυρωθούν οι αποφάσεις, είτε να «εκβιάσει» για αντισταθμιστικά οφέλη. Και βεβαίως χρησιμοποιούν το ΣτΕ σαν «εργαλείο» επίτευξης των επιδιώξεών τους, έστω και εάν σε κάποιες περιπτώσεις αυτές είναι ποταπές και μη συμβατές με την πολιτική ηθική και δεοντολογία.

Και να σκεφθεί κανείς πως αυτή η παρεμπόδιση εφαρμογής δημοκρατικά ειλημμένων  αποφάσεων, προέρχεται από  «υπεύθυνους» (υποτίθεται) αυτοδιοικητικούς παράγοντες στην γειτονική Αιτωλοακαρνανία. [Σημ. : στις συμπράττουσες γνωστές οικολογικές οργανώσεις δεν αναφερόμαστε, δεδομένου πως ούτως η άλλως, δεν διακρίνονται ιδιαίτερα για την κοινωνική τους υπευθυνότητα].

Ουσιαστικά, μέσω της  συντονισμένης επίθεσης κατά των Σχεδίων αποκαλύπτεται πόσο ρηχό και υποκριτικό είναι το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για μια βιώσιμη διαχείριση των υδάτων στην Θεσσαλία.

Με την απραξία και την ουδέτερη στάση που τηρεί η κυβέρνηση απέναντι στην προσφυγή, το εγκεκριμένο Σχέδιο τίθεται πλέον σε ισχυρή αμφισβήτηση και εισέρχεται σε μία φάση αβεβαιότητας, με ότι αυτό συνεπάγεται για την Θεσσαλία.

Το βέβαιον είναι πως όλα αυτά συνιστούν εντέλει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.

Για την Θεσσαλία όμως δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια στασιμότητας και απραξίας και μάλιστα σε τέτοιου είδους τεχνάσματα και…. «πολέμους». Μέσα από την δική μας  οργανωμένη και μαζική αντίδραση οφείλουμε να σταθούμε απέναντι σε μία κατάσταση όπου κάποιοι εκμεταλλεύονται τις δραματικές συνθήκες σε μια γειτονική περιοχή για να διεκδικήσουν….«αντισταθμιστικά οφέλη» !

Επιβάλλεται λοιπόν να υπάρξουν άμεσα καθαρές θέσεις από το σύνολο του πολιτικού συστήματος για την τύχη και την πορεία τους.

Τέλος, με τις εξελίξεις αυτές η  Θεσσαλία πρέπει με ακόμη πιο δυνατή φωνή να αντιπαραθέσει το αυτονόητο δικαίωμα να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιές ποσότητες υδάτων είναι διαθέσιμες για το σύνολο των χρήσεων νερού στην περιοχή της και ποια αποθέματα νερού θα διαθέτει στον «πόλεμο» κατά της λειψυδρίας και αποκατάστασης των πληγωμένων οικοσυστημάτων της. Και στο θέμα αυτό η κυβέρνηση, που έχει την ευθύνη να προστατέψει τις αποφάσεις της, καλείται να δώσει απαντήσεις και τις ανάλογες εγγυήσεις.

 Γ. Τα «εν οίκω»….

Στην κατεύθυνση υπεράσπισης των θέσεων της Θεσσαλίας στο ΣτΕ αλλά και γενικότερα για την εφαρμογή του ΣΔΛΑΠ και υλοποίησης των έργων που περιέχονται σε αυτά, η Περιφέρεια ανέλαβε έγκαιρα πρωτοβουλίες, όπως την πλατιά σύσκεψη στα τέλη του 2024, την σταθερή και δημόσια απόρριψη των πιέσεων «οικολογικών» οργανώσεων που απαιτούσαν από τον Περιφερειάρχη να συνταχθεί στο πλευρό τους (!!) στην προσφυγή κατά του ΣΔΛΑΠ, αλλά και την  οργάνωση νομικής παρέμβασης στο ΣτΕ κλπ.

Σοβαρό είναι και το «έλλειμμα» της στήριξης από τα κόμματα που για διαφόρους λόγους αποστασιοποιούνται από την κοινή αυτή προσπάθεια. Συγκεκριμένα παρατηρούμε πως κανένα κόμμα (κεντρικά η τοπικά) δεν τοποθετήθηκε στις πρόσφατες αυτές εξελίξεις, λες και πρόκειται για ένα τυπικό και  αδιάφορο ζήτημα.

Εάν εξαιρέσουμε το κυβερνών κόμμα που για ευνόητους λόγους  δεν παρεμβαίνει στις εξελίξεις, πιστεύουμε πως και για κάποια από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα η επιλογή της σιωπής είναι συνειδητή, δεδομένου πως χρόνια τώρα ταλανίζονται από ανούσιες εσωτερικές διαμάχες με τα «υπέρ η κατά» των έργων Αχελώου.

Με τον τρόπο αυτό, προσφέρουν το απαραίτητο «άλλοθι»  στην σημερινή κυβέρνηση για να σιωπά και να μην εκδηλώνει αντίδραση κατά της προσφυγής, παρότι τα προσβαλλόμενα Σχέδια φέρουν την υπογραφή του ίδιου του κ. Μητσοτάκη !

Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις κομμάτων που για ιδεολογικούς λόγους αποστασιοποιούνται από την κοινή δράση, είτε πρόκειται για πρωτοβουλίες της Περιφέρειας, είτε άλλων φορέων. Παρατηρούμε επίσης πως ούτε στην Αιτωλοακαρνανία ούτε στη Θεσσαλία τάσσονται απέναντι στις μεθοδεύσεις των «οικολόγων» και των τοπικιστών της Αιτωλοακαρνανίας, παρότι ενδεχόμενη επίτευξη των στόχων της προσφυγής βλάπτει ευθέως τους αγωνιζόμενους αγρότες των μπλόκων, αλλά και γενικότερα την οικονομία της Θεσσαλίας.

Όποια όμως και να είναι η στάση των κομμάτων, για τους φορείς και τους πολίτες είναι ώρα για συντονισμό και δράση.

Απαραίτητη η καθαρή τοποθέτηση όλων στα επίδικα ερωτήματα που η ζωή και οι εξελίξεις φέρνουν στην πρώτη γραμμή ενδιαφέροντος.

Όχι άλλη παθητική στάση μπροστά στην ακύρωση των Σχεδίων Υδάτων που η εφαρμογή τους θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις φυσικά, να φέρει την Θεσσαλία σε τροχιά υπέρβασης των εξαιρετικά δυσεπίλυτων προβλημάτων της.

Όχι υποτίμηση μπροστά στην απειλούμενη εγκατάλειψη των έργων Αχελώου.

Και στο τέλος της ημέρας, κανένα ιδεολογικού η περιβαλλοντικού χαρακτήρα επιχείρημα δεν θα δικαιολογήσει (και σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα συγχωρήσει) εκείνους που θα επιλέξουν την αποστασιοποίηση από την κοινή προσπάθεια που αναπτύσσεται.

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με  γνωμοδότηση σε νέα ενεργειακή επένδυση στην λίμνη Στράτου, ο Δήμαρχος Αγρινίου Γ. Παπαναστασίου δήλωσε πως «Ο Δήμος Αγρινίου… (θα) ξεκινήσει νομικό πόλεμο, όπως έγινε και με την περίπτωση της εκτροπής του Αχελώου…. Εν αντιθέσει λοιπόν με όσα δεν…. έγιναν όταν κατασκευάζονταν τα υδροηλεκτρικά έργα της ΔΕΗ στον Αχελώο, αυτή τη φορά η περιοχή προσδοκά τουλάχιστον σε αντισταθμιστικά» !!! (Δες «Συνείδηση της Αιτωλίας και Ακαρνανίας», 24/2/25). Τα σχόλια περιττεύουν.

[2] Ενδεικτική η πρόσφατη δήλωση του Περιφερειάρχη Δ. Στερεάς Ελλάδος κ. Φαρμάκη, ο οποίος αναφέρθηκε στην  «υδατική αφαίμαξη» που γίνεται στην Αιτωλοακαρνανία «με μηδενικά ανταποδοτικά οφέλη», με αποτέλεσμα (όπως ισχυρίζεται) «…να παραμένει ο πιο παραμελημένος νομός της Ελλάδας» (agrinionews.gr, 28/2/2022).

Eνημερωθείτε για τα νέα του blog

Όχι άλλος «εμφύλιος» για το υδατικό - οικολογικό πρόβλημα της Θεσσαλίας - (Κώστας Γκούμας - Τάσος Μπαρμπούτης)*

 


Οι συνθήκες αβεβαιότητας στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής αλλά και η συνεχιζόμενη υποβάθμιση των οικοσυστημάτων, σε συνδυασμό με τις πιέσεις προς την χώρα μας για εφαρμογή των αντίστοιχων οδηγιών της ΕΕ, οδήγησε τις κυβερνήσεις της περασμένης δεκαετίας  στην εκπόνηση και έγκριση Σχεδίων που αφορούν στην διαχείριση των υδάτων.

Στην Θεσσαλία, τα Σχέδια αυτά συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, στην τεκμηρίωση των αιτημάτων που επί δεκαετίες έθεταν οι  θεσσαλικές οργανώσεις προς τις κυβερνήσεις για υλοποίηση έργων και εφαρμογή μέτρων σχετικά με  τα νερά, το έδαφος και την προστασία των οικοσυστημάτων μας.

Να όμως που η θέσπιση των Σχεδίων δεν φάνηκε να είναι αρκετή για την απρόσκοπτη εφαρμογή τους.

Η προφανής απουσία πολιτικής βούλησης υπήρξε καθοριστική. Δυστυχώς, παρά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν, μετά την έγκριση του πρώτου Σχεδίου (ΣΔΛΑΠ) το 2014 και οι θεσσαλοί είδαν να συνεχίζεται και να διευρύνεται η οικολογική υποβάθμιση, να μην δημιουργούνται με τους αναγκαίους ρυθμούς σύγχρονα αρδευτικά έργα που θα οδηγούσαν στην εξοικονόμηση νερού, να μην υλοποιούνται νέα έργα εξασφάλισης αποθεμάτων νερού (σημ.: το αντίθετο, κάποια  εγκαταλείπονται, όπως πχ. το Αγιονέρι).

Και το πιο βασικό, αυτή η θεσμική  αναβάθμιση της διαχείρισης των υδάτων στη Θεσσαλία συνοδεύτηκε από την διακοπή και εγκατάλειψη των ημιτελών έργων Αχελώου, ενώ τα τελευταία είκοσι χρόνια κανένα νέο έργο αξιόλογου μεγέθους και σημασίας (σημ.: πλην της τεχνητής λίμνης Κάρλας που είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα από το 2000) δεν προστέθηκε στο δυναμικό της περιοχής μας.

Εκείνα όμως που όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά και εντάθηκαν είναι η ακατάσχετη υποσχεσιολογία και γενικά το παραμύθιασμα των θεσσαλών, που μετά από τόσα χτυπήματα και τις αντίστοιχες συνέπειες από τα φυσικά φαινόμενα, την οικονομική πολιτική και τις ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις δικαιολογημένα βρίσκονται σε απόγνωση.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, το καλοκαίρι του 2024 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αναθεωρήθηκε το ΣΔΛΑΠτου 2017.

Με τον νέο σχεδιασμό προβλέπεται να μεταφερθούν νερά από τον Αχελώο (με την ολοκλήρωση των εγκαταλειμμένων έργων) που θα ενισχύσουν το υδατικό δυναμικό της θεσσαλικής λεκάνης και θα συνυπολογίζονται στο επί τόσα χρόνια ελλειμματικό υδατικό της ισοζύγιο.

Και ενώ από πέρυσι ακόμη θα περίμενε κανείς η κυβέρνηση να αναλάβει πρωτοβουλίες για υλοποίηση των βημάτων που προδιαγράφονται στα Σχέδια ώστε να φθάσουμε στην επανεκκίνηση των έργων, οι εξελίξεις μας διέψευσαν.

Η κυβέρνηση  δεν έπραξε το παραμικρό για το επίμαχο αυτό θέμα, ούτε καν εξέδωσε μια ανακοίνωση ώστε να ενημερώσει τους ενδιαφερόμενους θεσσαλούς σχετικά με τις προθέσεις της, το χρονοδιάγραμμα που θέτει, τις πηγές χρηματοδότησης των έργων κλπ.

Την ίδια περίοδο οι γνωστές «οικολογικές» οργανώσεις (κάποιες σε αγαστή σχέση με την σημερινή κυβέρνηση), σε σύμπραξη με την Περιφέρεια Δ. Ελλάδος, την πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση και άλλες οργανώσεις της Αιτωλοακαρνανίας, υπέβαλαν προσφυγή στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση των ΣΔΛΑΠ και βεβαίως την διακοπή οποιασδήποτε ενέργειας επανεκκίνησης των έργων Αχελώου.

Στην «επίθεση» αυτή κατά της απόφασης του ΠΘ και της κυβερνητικής πολιτικής, θα περίμενε κανείς πρώτη από όλους να αντιδράσει η ίδια η κυβέρνηση και ειδικά το Υπουργείο Περιβάλλοντος που βρίσκονται στο επίκεντρο της προσφυγής.

Όμως περιέργως (;;;) η αντίδρασή τους υπήρξε  μηδενική. Ούτε καν μια ανακοίνωση αντίκρουσης των στόχων και των βασικών επιχειρημάτων της προσφυγής, έστω για τα μάτια του κόσμου, έτσι ώστε να μην επιτρέψουν σε κανέναν να σκεφθεί πως πρόκειται για «σύμπραξη» της κυβέρνησης και  των φιλοκυβερνητικών οργανώσεων των γειτόνων μας.

Η δική μας εκτίμηση είναι πως η κυβέρνηση, αξιοποιώντας τις αδυναμίες και την περιορισμένη απήχηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των ηγετικών  τους στελεχών, είναι  αποφασισμένη να «συντηρήσει» την στασιμότητα στην υπόθεση των έργων Αχελώου.

Κάνοντας εκτίμηση πολιτικού κόστους-οφέλους, επιδιώκει να αποφύγει σύγκρουση με τους τοπικιστές της Αιτωλοακαρνανίας  (που όπως οι ίδιοι αποκαλύπτουν προσφεύγουν κατά της κυβέρνησης με στόχο να διεκδικήσουν  αντισταθμιστικά οφέλη!) [1].

Αντ’ αυτού αγνοεί τα αιτήματα των θεσσαλών και επιλέγει  να μην διαθέσει πόρους ούτε καν για την αναγκαία προεργασία και τις απαραίτητες  μελέτες επανεκκίνησης των έργων Αχελώου. Αποφεύγει επίσης να  «στενοχωρήσει» συμφέροντα που αντιτίθενται στην ένταξη νέων υδροηλεκτρικών μονάδων στο ενεργειακό μείγμα της χώρας μας, να προστατέψει την όποια «θετική» εικόνα του ΠΘ απέναντι στις οικολογικές οργανώσεις  και γενικά να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς που όσοι βρισκόμαστε μακριά από τα κέντρα εξουσίας δεν είμαστε σε θέση να τους γνωρίζουμε.

Όμως για να έχουν αποτέλεσμα όλα αυτά, απαιτείται και η  διακριτική στήριξη φορέων και θεσσαλών παραγόντων, έστω και με την μορφή της …..αποχής από μια συγκροτημένη αντίδραση απέναντι στην συνειδητή και καταστροφική για την Θεσσαλία πολιτική της κυβέρνησης. Και εδώ οι «πρόθυμοι» είναι δυστυχώς αρκετοί.

Πρώτα από όλα οι θεσσαλοί κυβερνητικοί βουλευτές που επιδίδονται σε κάποιες αποσπασματικές αναφορές «υπέρ» των έργων Αχελώου (έτσι για ξεκάρφωμα….), ενώ στην πραγματικότητα αποφεύγουν να πιέσουν ανοιχτά τον ΠΘ και την κυβέρνηση ώστε να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους, να εφαρμόσουν τα προβλεπόμενα στα Σχέδια και να δεσμευτούν με αντίστοιχα χρονοδιαγράμματα.

Ίσως κάποιοι να έχουν στο μυαλό τους τον επικείμενο ανασχηματισμό, ελπίζοντας να συμπεριληφθούν στους 60-65 εκλεκτούς του επόμενου υπουργικού συμβουλίου. Και δυστυχώς τίποτα δεν διδάσκονται από την ανοικτή διαφοροποίηση των συναδέλφων τους στην Αιτωλοακαρνανία, οι οποίοι παρότι ανήκουν στο κυβερνών κόμμα, δεν διστάζουν να συμπορευτούν με τον λαό και τις οργανώσεις της περιοχής τους.

Και φυσικά σε αυτό δεν υπήρξε καμία αντίδραση από το κόμμα της ΝΔ, παρότι σε παρόμοιες περιπτώσεις δημόσιας αντίδρασης βουλευτών σε αποφάσεις του ΠΘ και της κυβέρνησης εφαρμόστηκε η ποινή της διαγραφής !  (Εκτός πιά εάν κάτι γνωρίζουν εκεί στην Αιτωλοακαρνανία και προσβάλλουν εκ του ασφαλούς τις  αποφάσεις της κυβέρνησης….).

Επανερχόμενοι στους φορείς και παράγοντες της  Θεσσαλίας, εάν εξαιρέσει κανείς την πανθεσσαλική πρωτοβουλία του Περιφερειάρχη στα τέλη του περασμένου έτους, οι υπόλοιπες αντιδράσεις απέναντι στην κυβερνητική απραξία ήταν κατώτερες των περιστάσεων ή/και εντελώς ανύπαρκτες.

Πιο χαρακτηριστική η απουσία από την κοινή προσπάθεια των Δημάρχων και της Ένωσης τους (ΠΕΔ). Αναπολούμε με θλίψη παλαιότερες  πρωτοβουλίες Δημάρχων σαν εκείνες των Κ. Τζανακούλη, Δ. Παπαστεργίου, Φ. Αλεξάκου αλλά και άλλων από μικρότερους Δήμους.

Γυρίζει η σκέψη μας σε σημαντικές πρωτοβουλίες (Συνέδρια, Ημερίδες, επισκέψεις σε Υπουργεία, συσκέψεις με βουλευτές, αρθρογραφία κα) της ΠΕΔ περασμένων περιόδων, καθώς και πολλών άλλων (λίγο παλαιότερων) Δημάρχων και Νομαρχών, για να μην πάμε πιο πίσω στους αείμνηστους Α. Λαμπρούλη, Κ. Παπαστεργίου, Χ. Τέγο κοκ.

Όλοι αυτοί ποτέ δεν διανοήθηκαν να απουσιάσουν από την κοινή δράση για τα νερά. Ουδέποτε σκέφθηκαν να «κρυφτούν» για να γίνουν αρεστοί ή για να εξασφαλίσουν πχ την κομματική τους στήριξη στις επόμενες εκλογές.

Και το κυριότερο, καλούσαν σε  σύμπραξη τους φορείς της περιοχής, από την οποία ουδέποτε  απουσίαζαν το ΤΕΕ, το ΓΕΩΤΕΕ, τα Επιμελητήρια, τα Εργατικά Κέντρα, οι αγροτιστές και άλλοι μαζικοί φορείς [2].

Ακόμη και όσα οι φιλοκυβερνητικοί παράγοντες διαρρέουν, ότι δηλαδή θα έρθει ο ίδιος ο ΠΘ να κάνει ανακοινώσεις, για την ώρα αποδείχθηκε πως αποτελούν επικοινωνιακή καλλιέργεια προσδοκιών, κοινώς παραμύθιασμα.

Πάντως, εάν προσπαθήσουμε να δούμε το ζήτημα κάπως αισιόδοξα, με την νέα προσφυγή στο ΣτΕ παρουσιάζεται μια ευκαιρία επανασυσπείρωσης των φορέων της Θεσσαλίας.

Ήδη ο Περιφερειάρχης με τον νομικό του σύμβουλο προετοιμάζουν  παρέμβαση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το ίδιο σκέπτονται και άλλοι φορείς της περιοχής.

Ας ελπίσουμε πως αυτή η προσπάθεια θα εξελιχθεί ευρύτερα σε μαζική και συγκροτημένη αντίδραση απέναντι σε μια κυβέρνηση που μπροστά στα οξυμένα προβλήματα και την αδήριτη ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των απειλών στην περιοχή μας επιλέγει, έως σήμερα τουλάχιστον, μια τακτική εξυπηρέτησης  τοπικιστικών και άλλων συμφερόντων, μια πολιτική σιωπής και μικροπολιτικών υπολογισμών.

Ας θυμούνται όμως πως η ανάγκη εφαρμογής των Σχεδίων γίνεται όλο και πιο πλατειά κοινό αίτημα για τη Θεσσαλία και η ολοκλήρωση των έργων Αχελώου δεν πρόκειται να περάσει σε δεύτερη μοίρα στην συνείδηση των θεσσαλών, όσο και εάν εκείνοι προσπαθούν να το επιτύχουν.

Επίσης όλοι αντιλαμβάνονται πως τα έργα αυτά  δεν μπορούν εσαεί να παραμένουν στη στάσιμη και επικίνδυνη κατάσταση που βρίσκονται σήμερα.

Και όπως προκύπτει από εκθέσεις έμπειρων πραγματογνωμόνων (Ελλήνων και ξένων), στο φράγμα Συκιάς και στη σήραγγα μεταφοράς, οι κίνδυνοι υποσκαφής και κατάρρευσης των εγκαταλειμμένων κατασκευών είναι μεγάλοι, με πιθανές καταστροφικές συνέπειες σε κατάντη εγκαταστάσεις και υποδομές ή/και με κίνδυνο απώλειας ακόμη και ανθρώπινων ζωών.

Και επειδή τα μηνύματα από την υπόθεση των Τεμπών είναι νωπά, ας μην παίξουν άλλο με την τύχη τους, γιατί τότε κανένας σταθμάρχης και κανένα μπάζωμα δεν πρόκειται να καλύψει τις ευθύνες τους.

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1]  Σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με  γνωμοδότηση σε νέα ενεργειακή επένδυση στην λίμνη Στράτου, ο Δήμαρχος Αγρινίου Γ. Παπαναστασίου δήλωσε πως «Ο Δήμος Αγρινίου… (θα) ξεκινήσει νομικό πόλεμο, όπως έγινε και με την περίπτωση της εκτροπής του Αχελώου….Εν αντιθέσει λοιπόν με όσα δεν…. έγιναν όταν κατασκευάζονταν τα υδροηλεκτρικά έργα της ΔΕΗ στον Αχελώο, αυτή τη φορά η περιοχή προσδοκά τουλάχιστον σε αντισταθμιστικά» !!! (Δες «Συνείδηση της Αιτωλίας και Ακαρνανίας», 24/2/25). Τα σχόλια περιττεύουν.

[2] Χάρις στην συστηματική δραστηριοποίηση αυτών των παραγόντων και των φορέων καταφέραμε να διατηρήσουμε ζωντανή την συνέχιση κατασκευής  των έργων (παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις των ψευτοοικολόγων και των συνοδοιπόρων τους), να επισκεφθούμε και να ενημερώσουμε έως και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Πρωθυπουργούς, αρχηγούς κομμάτων, την ευρωπαία Επίτροπο στις Βρυξέλλες, υπουργούς και βεβαίως κυβερνητικά στελέχη των οποίων ουκ έστιν αριθμός. Και τώρα, με αυτή την κυβέρνηση και αντίστοιχα αυτές τις τοπικές ηγεσίες δεν μπορέσαμε να συναντήσουμε ούτε καν το αρμόδιο υπουργείο Υποδομών, ζητώντας στοιχειωδώς κάποιες εξηγήσεις για την στασιμότητα και τη σιωπή που έχει επιβληθεί στο θέμα.

Eνημερωθείτε για τα νέα του blog

Δημοφιλέστερες Αναρτήσεις